Η με θέμα τον Ρομαντισμό κριτική του Λούκατς στον Μέρινγκ (1933)
Σελίδες 381-384 από το "Beitraege zur Geschichte der Aesthetik" του Λούκατς
Η
σχηματική απλοποίηση των οικονομικών θεμελίων από τον Μέρινγκ γίνεται
πιο ξεκάθαρη στην αντιμετώπισή του στον ρομαντισμό. Ο Μέρινγκ απλοποιεί
το ζήτημα σε μια αντίθεση μεταξύ "του φεουδαρχικού ρομαντισμού και των
αστικο-προοδευτικών ρευμάτων", και αυτή η απλοποίηση τον οδηγεί στο να
κληρονομήσει άκριτα τις αστικο-προοδευτικές κριτικές του ρομαντισμού από
τις δεκαετίες του 1830 και του 1840 έως τους Νέους Χεγκελιανούς
(Wienbarg, Heine, Gervinus, Ruge, Echtermeyer) χωρίς κριτική αναθεώρηση.
Βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με την άποψη του Μαρξ για τον ρομαντισμό.
Ήδη στα νιάτα του (στην κριτική του στον πολιτικό ρομαντικό Gustav Hugo)
ο Μαρξ αποκάλυψε τα ιδεολογικά νήματα σύνδεσης μεταξύ του ρομαντισμού
και του 18ου αιώνα και αργότερα συνέχισε με μαεστρία αυτές τις συνδέσεις
(στις επιστολικές κριτικές του για τον Σατωμπριάν, με την ορθότατη
κρίση ότι αυτός ο συγγραφέας συνδυάζει τον βολταιρισμό του 18ου αιώνα με
τον ρομαντισμό του 19ου χωρίς να υπάρχει αντίφαση). Από την άλλη, στον
αγώνα του κατά του ρομαντισμού, ο Μαρξ όχι μόνο στάθηκε από την αρχή σε
μια τελείως διαφορετική, ανώτερη και πιο ολοκληρωμένη σκοπιά σε σχέση με
τους Νέους Χεγκελιανούς, αλλά ταυτόχρονα αποκάλυψε έξυπνα και σωστά το
ρομαντικό στοιχείο στην κριτική τους στον ρομαντισμό. Αυτή η αντίληψη
του Μαρξ για τον ρομαντισμό ως αστικού και όχι φεουδαρχικού πνευματικού
ρεύματος βασίζεται στη βαθιά και σωστή, συγκεκριμένη και πολύπλευρη
παρουσίαση της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ιδιαίτερα στη μετατροπή της
φεουδαρχίας σε καπιταλιστική ιδιοκτησία γης. Ήδη στη Neue Rheinische
Zeitung ο Μαρξ έγραψε για την ανάπτυξη της Γερμανίας: Στη Γερμανία η
πάλη μεταξύ του συγκεντρωτισμού και του ομοσπονδιακού συστήματος είναι
το ιστορικό ανάλογο της πάλης μεταξύ της σύγχρονης κουλτούρας και της
φεουδαρχίας στη δυτική Ευρώπη, πάλη στην οποία σχηματίστηκαν οι απόλυτες
μοναρχίες του 16ου-18ου αιώνα. Και ο Ένγκελς γράφει παρόμοια για τις
συνέπειες του Αγροτικού Πολέμου στη Γερμανία: «Η καπιταλιστική περίοδος
αναγγέλθηκε στην ύπαιθρο ως περίοδος μεγάλης κλίμακας αγροτικής
ιδιοκτησίας στη βάση της εργασίας των δουλοπάροικων.» Με αυτή την
κατεύθυνση των αποτελεσμάτων της έρευνάς τους, οι Μαρξ και Ένγκελς
έδειξε τον δρόμο που αργότερα ο Λένιν, προχωρώντας τη διδασκαλία τους
έξυπνα παραπέρα, ανέπτυξε τη θεωρία του «πρωσικού τρόπου» της
καπιταλιστικής ανάπτυξης. Από αυτή την οικονομική άποψη ακολουθεί η
άποψη του ρομαντισμού ως αστικού ρεύματος, ως φατρίας εντός της αστικής
τάξης, στην οποία αναπτύσσονται όλο και πιο δυναμικά οι ολοένα και πιο
κεφαλαιοποιημένοι φεουδάρχες γαιοκτήμονες, παρά τις πολιτικά
αντιδραστικές τάσεις, παρά τη διατήρηση των φεουδαρχικών μορφών
εκμετάλλευσης.
Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό
του Μέρινγκ ότι σημειώνει αυτές τις οικονομικές δηλώσεις του Μαρξ και
του Ένγκελς, ακόμα και τις εφαρμόζει περιστασιακά ο ίδιος, π.χ. όπου
μιλάει για το γεγονός ότι στην Πρωσία ανατολικά του ποταμού Έλβα «ο
ιπποτικός γαιοκτήμονας μετατράπηκε σε γαιοκτήμονα που παράγει αγαθά».
Αλλά για τον Μέρινγκ αυτή η διορατικότητα παραμένει μια περιστασιακή
σωστή ιστορική περιγραφή γεγονότων, δεν μπαίνει στη μεθοδολογία του, δεν
αλλάζει τίποτα στο σχήμα του για την παρουσίαση των ιδεολογικών
ρευμάτων. Είναι αλήθεια ότι, ακόμα κι όταν ο Μέρινγκ παρατηρεί σωστά τις
ιδεολογικές συνέπειες μεταξύ της ήδη κεφαλαιοποιούμενης και της ακόμη
φεουδαρχικής ιδιοκτησίας, αυτή η παρατήρηση παραμένει μεμονωμένη.
Περισσότερες είναι οι φορές που συναντάμε στον Μέρινγκ μια εξύμνηση για
την οπισθοδρομική «ιδεαλιστική» φάση έναντι της πιο ανεπτυγμένης και
καπιταλιστικής, αντιδιαλεκτικής. Γι' αυτό μπορεί να μιλήσει, στον «Θρύλο
του Λέσινγκ» για τη συμπάθεια του Λέσινγκ για τους Γιούνκερ της
Ανατολικής Πομερανίας με έναν ρομαντικό δοξαστικό τρόπο, χωρίς να
υποψιάζεται τίποτα για τη διαλεκτική της κατάστασής τους. Για τον
Μέρινγκ, αυτοί "διέθεταν τις αρετές παρά τις κακίες μιας άρχουσας τάξης.
Ο Λέσινγκ, απηυδισμένος από τους φιλισταίους του Βερολίνου και
βασανισμένος από τους αλαζόνες του χρήματος της Λειψίας, προτιμούσε να
έχει δίπλα του έναν Έβαλντ φον Κλάιστ ή έναν von Tauentzien, έναν από
τους ιππότες-πολεμιστές της Κασουβίας, που δεν είχαν παρά την τιμή τους,
το σπαθί τους και τη ζωή τους, που διακινδύνευαν τη ζωή τους κάθε μέρα
και προτιμούσαν να πεθάνουν. Τα ξίφη δεν έβλαψαν την τιμή τους, είναι
ένα πολύ ευπρόσδεκτο φαινόμενο." Και προσθέτει ακόμη και για το παρόν,
όταν συγκρίνει τις εφημερίδες των αρχών του 20ού αιώνα: "Οι Γιούνκερ της
Ανατολικής Πομερανίας του "Kreuzzeitung" στέκονται ψηλά πάνω από τους
καπιταλιστές μισθωτούς υπαλλήλους της Freisinnige ή της "Vossische
Zeitung", με ειλικρινές μαχητικό θάρρος και ιπποτική διάθεση...» Και
ακόμη κι εκεί που οι αντιφάσεις αυτής της τάξης είναι πιο κατάφωρα
εμφανείς, στην ανάλυσή του για τον Γιορκ (τον μετέπειτα περίφημο Ludwig
Yorck von Wartenberg των Απελευθερωτικών Πολέμων κατά του Ναπολέοντα),
παρατηρεί την ιστορική διαλεκτική, για το πώς επικρίνουν και μισούν τον
καπιταλισμό από ένα πιο οπισθοδρομικό στάδιο, ότι η συμμαχία τους με τις
πιο προηγμένες τάξεις ή τους εκπροσώπους της είναι δυνατή μόνο κατ'
εξαίρεση, μόνο σε μη ανεπτυγμένες χώρες, μόνο σε σχέση με μια
πραγματικότητα, η οποία από τη σκοπιά της προηγμένης αστικής τάξης είναι
ήδη οικονομικά και κοινωνικά ξεπερασμένη. Αν συγκρίνει κανείς την
άκριτα συμπαθητική περιγραφή του μαρξιστή Μέρινγκ για έναν Έβαλντ φον
Κλάιστ ή έναν von Tauentzien με την πολύ πιο αυστηρή και ρεαλιστική
περιγραφή του μοναρχικού Μπαλζάκ για τους παλιούς μαχητές της Βανδέας,
για τον Du Guenic ή τον D'Esgrignon (ανθρώπους που ο μοναρχικός Μπαλζάκ
κατά τα άλλα αγαπούσε πολύ περισσότερο από ό,τι γινόταν να αγαπήσει ο
κομμουνιστής Μέρινγκ τους ευγενείς ιππότες του 18ου αιώνα), βλέπει
κανείς πόσο πιο διαλεκτικά ο μεγάλος ρεαλιστής Μπαλζάκ, ενστικτωδώς,
ενάντια στις πολιτικές του πεποιθήσεις, καταδεικνύει τις ιστορικές
συνθήκες, από ό,τι ο Μέρινγκ, ο οποίος ήταν προκατειλημμένος στο σχήμα
του.
Έτσι, ολόκληρη η απεικόνιση του
ρομαντισμού από τον Μέρινγκ παραμένει κολλημένη σε αυτή την άκαμπτη και
κενή αντίθεση: ρομαντικοί ευγενείς και αντιρομαντικοί αστοί. Και όπου
προσπαθεί να θέσει τα προβλήματα του ρομαντισμού με συγκεκριμένους
όρους, δεν κάνει παρά μια περιγραφή των εσωτερικών αντιφάσεων που έχουν
προκαλέσει οι αγώνες ενάντια στον Ναπολέοντα (1806-1815), με το άρρηκτο
κουβάρι των προοδευτικών και αντιδραστικών τάσεων. Πρώτον, παραβλέπει το
γεγονός ότι οι περισσότερες από τις κρίσιμες κατηγορίες του ρομαντισμού
(ρομαντική ειρωνεία κ.λπ.) προέκυψαν πριν από το 1806 και πολύ πριν από
τους απελευθερωτικούς πολέμους, και προέκυψαν ως ιδεολογικές συνέπειες
των γενικών ευρωπαϊκών συνεπειών του Θερμιδώρ της Γαλλικής Επανάστασης
(1794). Δεύτερον -και αυτό είναι το κυριότερο- παραβλέπει εντελώς την
ουσία του ρομαντισμού ως ένα γενικό ευρωπαϊκό πνευματικό ρεύμα, και δεν
προσέχει καθόλου τις πιο εξελιγμένες μορφές του, τον αγγλικό και τον
γαλλικό ρομαντισμό. Αυτή η γενική έλλειψη σαφήνειας από την πλευρά του
Μέρινγκ σε σχέση με τον ρομαντισμό οδηγεί φυσικά σε ανακριβείς
χαρακτηρισμούς μεμονωμένων ρομαντικών. Πάνω από όλα θα πρέπει να γίνει
αναφορά στην ανάλυση της προσωπικότητας και του έργου του Χάινριχ φον
Κλάιστ.
Comments
Post a Comment